**** Tο ωράριο λειτουργίας της γραμματείας του σχολείου μας είναι 9.00 έως 13.15 ****

Αρχική σελίδα / Αφιέρωμα στον Νίκο Γκάτσο

Ο κύριος Νίκος Γκάτσος και η παρέα του

2ο Πρότυπο Πειραματικό Γυμνάσιο Αθηνών

Ο κύριος Νίκος Γκάτσος και η παρέα του

Στους ταξιδιώτες των Ινδιών

Πέμπτη 17 Μαΐου 2012

Επιμέλεια Αφιερώματος: Χάιδω Καλλιτσάκη, Ξένη Σκαρτσή


Στο πλαίσιο των ποιητικών αφιερωμάτων που αποτελεί παράδοση για το σχολείο μας, αποφασίσαμε να οργανώσουμε μια εκδήλωση για το μεγάλο ποιητή Νίκο Γκάτσο που συμπληρώθηκαν φέτος, στις 12 Μαΐου, είκοσι χρόνια από το θάνατό του.

Η επιλογή μας βασίστηκε αφενός στην επέτειο αυτή και στο ποιητικό μέγεθος του Νίκου Γκάτσου, και αφετέρου στο ότι ο Γκάτσος είχε την ευκαιρία να διαμορφωθεί ως πνευματική προσωπικότητα σε μια ενδιαφέρουσα, αν και ζοφερή εποχή, και να σχετιστεί με πολλά από τα μεγάλα ονόματα που καθόρισαν την ποιητική και καλλιτεχνική ζωή της χώρας σχεδόν ως τις μέρες μας

Στο σύντομο οδοιπορικό μας παρακολουθούμε το χρονικό μιας παρέας, νεαρών τότε, ποιητών κυρίως αλλά και συνθετών και ζωγράφων, στους οποίους δεν προλαβαίνουμε να αναφερθούμε σήμερα, οι οποίοι έμελλαν να αποτελέσουν την περίφημη γενιά του ?30.

Τα φιλολογικά και καλλιτεχνικά στέκια που δημιούργησαν αποτέλεσαν ένα είδος «άτυπης» σχολής, από την οποία πέρασαν όλοι οι μεταγενέστεροι ποιητές και καλλιτέχνες ως τις αρχές τις δεκαετίας του ?50.

Ξεναγούμαστε στα «άδυτα» αυτής της παρέας μέσα από τη μαρτυρία του νεαρού τότε Οδυσσέα Ελύτη, όπως αυτή καταγράφεται στο «Χρονικό μιας δεκαετίας» στα Ανοιχτά Χαρτιά, και στο Εν Λευκώ.

Ο Νίκος Γκάτσος, ο μόνος από τη γενιά του ?30 που δεν ήταν αστός, γεννήθηκε το 1911 σε ένα μικρό χωριό της Αρκαδίας, την Ασέα, από γονείς αγρότες. Η οικογένειά του ήταν πολύ φτωχή. Ο πατέρας του μάλιστα ήταν ο πρώτος από την περιοχή που πήγε μετανάστης στην Αμερική για να βοηθήσει οικονομικά την οικογένειά του. Το 1916, επιστρέφοντας από ένα ταξίδι στη Νέα Υόρκη, έπαθε πνευμονία και πέθανε πάνω στο καράβι. Ο ποιητής θα μεγαλώσει με τη μητέρα του και τη μικρότερη αδελφή του Κωνσταντίνα, με τις οποίες θα παραμείνει στενά δεμένος σ? όλη του τη ζωή.

Όταν τελειώνει το δημοτικό αφήνει το χωριό του, όπως πολλά παιδιά την εποχή εκείνη, και πηγαίνει στην Τρίπολη για να φοιτήσει στο Γυμνάσιο. Εκεί έρχεται σε επαφή με έναν καινούριο κόσμο: αρχίζει να συχνάζει στα βιβλιοπωλεία της πόλης και να διαβάζει ατελείωτες ώρες, και ανακαλύπτει το θέατρο και τον κινηματογράφο που τον γοητεύουν.

Το 1930 έρχεται στην Αθήνα, μαζί με τη μητέρα του και την αδελφή του, για να φοιτήσει στη Φιλοσοφική Σχολή. Δεν θα εγκαταλείψει ποτέ πια την Αθήνα όπου ζει μια «ασάλευτη ζωή», κινούμενος σε ένα συγκεκριμένο χώρο του κέντρου για δεκαετίες.

Με τον ερχομό του στην Αθήνα αρχίζει να ασχολείται ενεργά με τη λογοτεχνία: το 1931 κάνει την πρώτη του εμφάνιση με ένα διήγημα, και στη συνέχεια δημοσιεύει το πρώτο του ποίημα, «Της μοναξιάς», στο περιοδικό «Νέα Εστία».

Της Μοναξιάς

Εσύ βραδιά, που άπλωσες γύρω τα μαύρα σου φτερά,

κι είσαι μονάχος σύντροφος στου κήπου τη βεράντα,

έλα να κλάψουμε μαζί τα νιάτα σαν τα κρύα νερά

που είχα δικά μου κάποτες και τα ?χασα για πάντα!

Κι εσύ, φεγγάρι, που περνάς μέσα στα σύννεφα γοργά,

κι όλα τα λούζεις στο άυλο φως και στα ασημένια κάλλη

κάποιας ζωής απόκοσμης,

τώρα που η νύχτα αναριγά,

πες μου, φεγγάρι, τα παλιά δε θα ξανάρθουν πάλι;

Γύρω τριγύρω μου ερημιά? Σε νιώθω, της

ψυχής καημέ, τόσο, που μέσα στη ζωή δε σ? ένιωσα ποτέ μου!...

Είσαι μια θλίψη ολότρεμη και μια πικρή

λαχτάρα ?ωιμέ!? σα σιγανό μες στα κλαριά

ψιθύρισμα του ανέμου?

Τίποτα! Μόνο ερείπια μιανής χαράς πολύ γοργής

κι ένα τραγούδι μακρινό στης νύχτας το μυστήριο?

και συλλογιέμαι, τι μπορεί άλλο σ? αυτή τη

μάταιη γης έτσι βαθιά μου ν? αντηχεί, ? σαν

πένθιμο εμβατήριο!

Το ποίημα, που έχει έντονη την επίδραση του Παλαμά, περνάει απαρατήρητο. Τα επόμενα δύο χρόνια θα δημοσιεύσει άλλα πέντε ποιήματα στη «Νέα Εστία» και στο πειραϊκό περιοδικό «Ρυθμός», και θα σταματήσει να δημοσιεύει ποίηση. Αντιλαμβάνεται ότι τα ποιήματά του δεν προσθέτουν τίποτα στα ποιητικά πράγματα της εποχής του. Στο μεταξύ όμως διαβάζει πολύ, κυρίως ευρωπαϊκή ποίηση και όλα τα πρωτοποριακά κινήματα, και εμβαθύνει στον υπερρεαλισμό. Αρχίζει παράλληλα να στέλνει κριτικά σημειώματα σε περιοδικά της πρωτεύουσας.

Στο μεταξύ έρχεται σε επαφή με τους λογοτεχνικούς κύκλους της εποχής. Γνωρίζεται με τον κριτικό Ανδρέα Καραντώνη, και, τον Οκτώβριο του 1936, με τον συνομήλικό του και φοιτητή Οδυσσέα Ελύτη (τότε ακόμη Αλεπουδέλη). Θα είναι η απαρχή μιας πολύχρονης, στενής και αδιατάρακτης φιλίας, που άφησε εποχή.

Να πώς περιγράφει ο Ελύτης τη γνωριμία αυτή και την πρώτη του εντύπωση από τον Γκάτσο:

Μια μέρα, ένα βράδυ μάλλον, εκεί που χάζευα έξω απ? τα ζαχαροπλαστεία των Χαυτείων, μου έπεσε από τον ουρανό ένας απροσδόκητος ομοϊδεάτης. Ήταν ο ποιητής Νίκος Γκάτσος. Δε μπορώ να θυμηθώ αυτή τη στιγμή ποιος μας σύστησε. Ούτε αν είχα ποτέ μου ακούσει το όνομά του. Ψηλός, λιγνός, μελαχρινός, με μάτια μεγάλα που έμελλαν, στις δεκαετίες που ακολούθησαν, να κάψουν πολλές καρδιές, όμως πάντα λίγο ερεθισμένα σαν από μια μόνιμη αϋπνία, έστεκε εκεί, καταμεσής στο πλήθος, ελαφρά σκυφτός από φυσικού του, κάτω από μια μακριά ριχτή μπεζ γκαπαρντίνα με ανασηκωμένο το γιακά, σφίγγοντας κάτω από τη μασχάλη του ένα μάτσο ξένα κινηματογραφικά περιοδικά, γαλλικά και αμερικάνικα τα περισσότερα. Κάπνιζε αδιάκοπα ενώ άκουγε αυτά που του έλεγα μ? ένα ύφος αποσπασμένο, που δεν μπορούσα να καταλάβω εάν σήμαινε υπεροψία ή αδιαφορία και μόνο.

Ώσπου να φτάσουμε στη στάση Αγγελοπούλου ? και είχαμε πάρει το δρόμο με τα πόδια ως εκεί μια που κι εκείνος, όπως μου είπε, καθόταν στην Κυψέλη ? με είχε κοσκινίσει, κάνοντας αντεπίθεση, βάζοντας μεθοδικά ερωτήσεις, ανιχνεύοντας τις γνώμες και τις προτιμήσεις μου, αναφέροντας απίθανες λεπτομέρειες από ελάχιστα γνωστά κείμενα που, παρόλ? αυτά, στάθηκε αδύνατον να μ? αιφνιδιάσουν, απεναντίας με κούρντιζαν, μ? έβαζαν να του ανταποδίδω κι εγώ με τη σειρά μου τα ίδια. Το παιχνίδι αυτό βάσταξε ώσπου αράξαμε σ? ένα μικρό καφενείο και πιάσαμε στα χείλη μας τα «Μανιφέστα» του Breton. Δόξα να? χει ο Θεός, ο άνθρωπος αυτός είχε μπει στο νόημα. Ήταν ο δεύτερος μετά τον Εμπειρίκο. Κι ίσαμε σήμερα που γράφω, και που έχουνε περάσει τρεις δεκαετίες σχεδόν, είναι ένας από τους πέντε ή έξι σ? ολόκληρη την Ελλάδα (μαζί με το Νικήτα Ράντο, το Νίκο Εγγονόπουλο και το Νάνο Βαλαωρίτη) που αποδειχτήκανε κάτοχοι πραγματικοί του μυστικού. Θέλω να πω: της γοητείας, του θαύματος, και όχι των γνώσεων που σήμερα διδάσκονται στα Πανεπιστήμια και βρίσκονται σ? όλες τις Εγκυκλοπαίδειες.

(?) Πολύ φυσικό να γίνουμε γρήγορα φίλοι. Ανταλλάξαμε βιβλία, ποιήματα, μυστικά.

Οι δύο ποιητές γνωρίζονται με το Γιώργο Κατσίμπαλη και συμμετέχουν στον κύκλο του περιοδικού «Νέα Γράμματα», απ? όπου βγήκαν όλοι οι σημαντικοί εκπρόσωπο της γενιάς του 30.

Το 1938 ο Γκάτσος και ο Ελύτης «ιδρύουν» το πρώτο φιλολογικό καφενείο της γενιάς τους, το «Ηραίον», στη διασταύρωση των οδών Αγίου Μελετίου και Πατησίων. Εκεί συχνάζουν ο κριτικός Ανδρέας Καραντώνης και όλη η πρωτοπορία της σύγχρονης ποίησης, ο Γιώργος Σαραντάρης, ο Ανδρέας Εμπειρίκος, ο Νίκος Εγγονόπουλος, ο Αναστάσιος Δρίβας και ο Δημήτρης Αντωνίου. Περνάνε ατελείωτες ώρες μιλώντας για τα καινούρια ρεύματα στην ποίηση που έρχονταν απ? την Ευρώπη, και διαβάζουνε ποιήματά τους:

Γιώργος Σαραντάρης

Άλλοτε η θάλασσα

Άλλοτε η θάλασσα μας είχε σηκώσει στα φτερά της

Μαζί της κατεβαίναμε στον ύπνο

Μαζί της ψαρεύαμε τα πουλιά στον αγέρα

Τις ημέρες κολυμπούσαμε μέσα στις φωνές και τα χρώματα

Τα βράδια ξαπλώναμε κάτω απ? τα δέντρα και τα σύννεφα

Τις νύχτες ξυπνούσαμε για να τραγουδήσουμε

Είταν τότε ο καιρός τρικυμία χαλασμός κόσμου

Και μονάχα ύστερα ησυχία

Αλλά εμείς πηγαίναμε χωρίς να μας εμποδίζει κανείς

Να σκορπάμε και να παίρνουμε χαρά

Από τους βράχους ως τα βουνά μας οδηγούσε ο Γαλαξίας

Και όταν έλειπε η θάλασσα είταν κοντά ο Θεός

17.12.1939

Ανδρέας Εμπειρίκος

ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΣ

Θρυλικόν ανάκλιντρον (απόσπ.)

Ο ειρμός του ποταμού διεκόπη. Η συνοχή όμως του τοπείου είταν τόση που και ο ποταμός κυλούσε. (?)

Νίκος Εγγονόπουλος

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ

στα μέρη της Πόλης φυτρώνει ένα πουλί που οι εντόπιοι το λεν «μαγνόλια»

(Τα κλειδοκύμβαλα της σιωπής)

Δ.Ι. Αντωνίου

Στη μαύρη νύχτα

ζωγραφίζω γιασεμιά

να ξημερώσει.

(Χάικου και Τάνκα, 1938-1941)

Αναστάσιος Δρίβας

Οδοιπορείς

τρυφερό κελάδημα:

Ψάχνεις με τα λευκά σου δάχτυλα

τα ψυχρά νέφη

Το 1940 ξεσπάει ο ελληνοϊταλικός πόλεμος. Μέσα στις δραματικές συνθήκες της Κατοχής, οι απώλειες για την ελληνική ποίηση είναι σημαντικές.

Ο Σαραντάρης πεθαίνει από τις κακουχίες με το γυρισμό του από το μέτωπο, και ο Αναστάσιος Δρίβας από την πείνα το 1942. Ο Εγγονόπουλος αιχμαλωτίζεται, γλυτώνει το θάνατο ως εκ θαύματος, και γυρίζει με τα πόδια στην Αθήνα. Ο Ελύτης κινδυνεύει να πεθάνει από κοιλιακό τύφο στο μέτωπο και γυρίζει άρρωστος στην Αθήνα.

Ο Γκάτσος στρατεύεται ως «βοηθητικός», γιατί είναι προστάτης οικογενείας.

Μέσα όμως στις μαύρες συνθήκες της Κατοχής, η γενιά τους βρίσκει παρηγοριά στην πνευματική ζωή και στη λογοτεχνία η οποία, αντί να συρρικνωθεί, γνωρίζει σημαντική άνθιση:

Μια νεολαία χωρίς πικάπ, χωρίς τρανζίστορς, χωρίς ντίβες του κινηματογράφου, ανακάλυπτε ξαφνικά πως δεν είναι η στέρηση της ευμάρειας που κάνει τη δυστυχία μας τόσο αποτρόπαιη. Κι έτρεχε με τρύπιο παπούτσι, που δεν την ενοχλούσε καθόλου, οπουδήποτε μια φωνή έδειχνε ότι θα τα καταφέρει μέσα μας καλύτερα ν? αντιδικήσει με τα τεχνάσματα και τα σιδερικά του διαβόλου. Οι διαλέξεις, οι ομιλίες σε στενό κύκλο, οι συγκεντρώσεις σε σπίτια φιλικά, πίσω από κλειστά παράθυρα, με χαρτί μπλε στα τζάμια για τη συσκότιση, έπαιρναν κι έδιναν.

(?) γράφαμε, σκίζαμε, ξαναγράφαμε, διαγράφαμε, συζητούσαμε, ξενυχτούσαμε, με μια σπατάλη που ερχόταν ίσως υποσυνείδητα να υποκατασταθεί στο δυσεύρετο κρασί, στο απαγορευμένο ταξίδι, στην περιορισμένη ως τις έντεκα το βράδυ, συνήθως, κυκλοφορία. Πόσες φορές αργοπορημένοι δεν τρεχοκοπούσαμε να προλάβουμε, παρά δύο ή τρία δευτερόλεπτα, το κατώφλι του σπιτιού μας, ενώ οι Γερμανοί φρουροί από τ? αντικρινά πεζοδρόμια βάζανε τις αγριοφωνάρες, ?schell, schnell?, και χτυπούσανε τον υποκόπανο του όπλου τους στις πέτρινες πλάκες· και πόσες άλλες φορές δεν το παίρναμε απόφαση να μείνουμε εκεί, ως το πρωί, σε κάποιο παγερό δωματιάκι όπου, μπαίνοντας τα ξημερώματα, με δυσκολία μπορούσες να μας ξεχωρίσεις μες στους καπνούς των τσιγάρων, κουκουλωμένους με πατατούκες, να συνεχίζουμε τη διαμάχη γύρω από τον T.S. Eliot, ή τον Eluard και τον Aragon που η φήμη τους, σε διογκωμένες διαστάσεις, για τη σημασία της αντιστασιακής ποίησης, που είχαν αρχίσει να καλλιεργούν, περνούσε κρυφά τα σύνορά μας.

Το «στρατηγείο τους», όπως το χαρακτήριζε ο Ελύτης, στήνεται τώρα καταμεσής στην οδό Σταδίου, στο πατάρι του «Λουμίδη», που θα παραμείνει σημείο αναφοράς για ποιητές, συνθέτες και όλους τους καλλιτέχνες και πνευματικούς ανθρώπους της εποχής ως το 1948:

Γρήγορα το πατάρι του Λουμίδη άρχισε να βουίζει από ένα παρδαλό μελίσσι, ποιητές χλωμούς και κοπέλλες ξέμαλλες που απελπίζανε τα γκαρσόνια κι εκτοπίζανε σιγά-σιγά τους μαυραγορίτες κατά το κλιμακοστάσιο. Άλλος λιγότερο, άλλος περισσότερο, εκείνοι που έχουνε σήμερα ένα όνομα και οι άλλοι, που οι βιοτικές συνθήκες τους παρασύρανε μακριά, έκαναν τη θητεία τους σ? αυτή την ανεπίσημη σχολή, εκεί, γύρω στις μεσημεριάτικες ώρες, ανάμεσα έντεκα και τρεις. Ο Νάνος Βαλαωρίτης (?), ο Μίλτος Σαχτούρης, ο Γιώργος Λίκος, η Ελένη Βακαλό, ο Δημήτρης Κόρσος, ο Δημήτρης Παπαδίτσας, ο Γιάγκος Αραβαντινός, και λίγο αργότερα ο Τάκης Σινόπουλος, η Λύδια Στεφάνου, ο Νίκος Φωκάς, ο Γιώργος Μαυροΐδης. Και ακόμη ο Αντώνης Βουσβούνης, ο Αλέξανδρος Ξύδης, ο Αλέξης Σολωμός, ο Αντρέας Καμπάς, η Μάτση Χατζηλαζάρου.

Το 1943, χρονιά σημαδιακή για τη νεοελληνική ποίηση, κυκλοφορεί στην αρχή σε χειρόγραφα που περνάνε από χέρι σε χέρι στις αντιστασιακές συγκεντρώσεις, ένα από τα σημαντικότερα ποιήματα της γενιάς του, ο Μπολιβάρ του Νίκου Εγγονόπουλου. Κεντρικός ήρωας του ποιήματος είναι ο λατινοαμερικανός επαναστάτης Μπολιβάρ, ο ελευθερωτής της νότιας Αμερικής που έμεινε γνωστός στην ιστορία ως El Libertador. Ο Μπολιβάρ παρουσιάζεται σαν έλληνας αρματωλός που ροβολάει από τα βουνά για να διώξει μακριά τους κατακτητές, και γίνεται αμέσως σύμβολο του αγώνα για την απελευθέρωση από την ξένη κατοχή.

ΜΠΟΛΙΒΆΡ,
ένα ελληνικό ποίημα (αποσπάσματα)


Για τους μεγάλους, για τους ελεύθερους, για τους γενναίους, τους δυνατούς,
Αρμόζουν τα λόγια τα μεγάλα, τα ελεύθερα, τα γενναία, τα δυνατά,
Γι? αυτούς η απόλυτη υποταγή κάθε στοιχείου, η σιγή, γι? αυτούς τα δάκρυα, γι? αυτούς οι φάροι, κι οι κλάδοι ελιάς, και τα φανάρια
Όπου χοροπηδούνε με το λίκνισμα των καραβιών και γράφουνε στους σκοτεινούς ορίζοντες των λιμανιών,
Γι? αυτούς είναι τ? άδεια βαρέλια που σωριαστήκανε στο πιο στενό, πάλι του λιμανιού, σοκάκι,
Γι? αυτούς οι κουλούρες τ? άσπρα σκοινιά, κι οι αλυσίδες, οι άγκυρες, τ? άλλα μανόμετρα,
Μέσα στην εκνευριστικιάν οσμή του πετρελαίου,
Για ν? αρματώσουνε καράβι, ν? ανοιχτούν, να φύγουνε,
Όμοιοι με τραμ που ξεκινάει, άδειο κι ολόφωτο μέσ? στη νυχτερινή γαλήνη των μπαχτσέδων,
Μ? ένα σκοπό του ταξειδιού: προς τ? άστρα.

(?)

Μπολιβάρ!  Όνομα από μέταλλο και ξύλο, είσουνα ένα λουλούδι μέσ? στους μπαχτσέδες της Νότιας Αμερικής.
Είχες όλη την ευγένεια των λουλουδιών μέσ? στην καρδιά σου, μέσ? στα μαλλιά σου, μέσα στο βλέμμα σου.
Η χέρα σου είτανε μεγάλη σαν την καρδιά σου, και σκορπούσε το καλό και το κακό.
Ροβόλαγες τα βουνά κι ετρέμαν τ? άστρα, κατέβαινες στους κάμπους, με τα χρυσά, τις επωμίδες, όλα τα διακριτικά του βαθμού σου,
Με το ντουφέκι στον ώμο αναρτημένο, με τα στήθια ξέσκεπα, με τις λαβωματιές γιομάτο το κορμί σου,
Κι εκαθόσουν ολόγυμνος σε πέτρα χαμηλή, στ? ακροθαλάσσι,
Κι έρχονταν και σ? έβαφαν με τις συνήθειες των πολεμιστών Ινδιάνων,
Μ? ασβέστη, μισόνε άσπρο, μισό γαλάζιο, για να φαντάζης σα ρημοκκλήσι σε περιγιάλι της Αττικής,
Σαν εκκλησιά στις γειτονιές των Ταταούλων, ωσάν ανάχτορο σε πόλη της Μακεδονίας ερημική.

(?)

Σαν μιλάς, φοβεροί σεισμοί ρημάζουνε το παν,
Από τις επιβλητικές ερημιές της Παταγονίας μέχρι τα πολύχρωμα νησιά,
Ηφαίστεια ξεπετιούνται στο Περού και ξερνάνε στα ουράνια την οργή τους,
Σειούνται τα χώματα παντού και τρίζουν τα εικονίσματα στην Καστοριά,
Τη σιωπηλή πόλη κοντά στη λίμνη.
Μπολιβάρ, είσαι ωραίος σαν Έλληνας. 

Την ίδια χρονιά κυκλοφορεί Ο ήλιος ο πρώτος του Οδυσσέα Ελύτη, πλημμυρισμένος θάλασσα και φως, σαν αντίδραση στη ζοφερή ατμόσφαιρα της Κατοχής.

[Στα χτήματα βαδίσαμε όλη μέρα]

Στα χτήματα βαδίσαμε όλη μέρα

Με τις γυναίκες τους ήλιους τα σκυλιά μας

Παίξαμε τραγουδήσαμε ήπιαμε νερό

Φρέσκο καθώς ξεπήδαγε από τους αιώνες.

Το απομεσήμερο για μια στιγμή καθήσαμε
Και κοιταχτήκαμε βαθιά μέσα στα μάτια.
Μια πεταλούδα πέταξε απ΄ τα στήθια μας.
Ήτανε πιο λευκή
Απ΄ το μικρό λευκό κλαδί της άκρης των ονείρων μας
Ξέραμε πως δεν ήταν να σβηστεί ποτές
Πως δε θυμότανε καθόλου τι σκουλήκια έσερνε

Το βράδυ ανάψαμε φωτιά
Και τραγουδούσαμε γύρω τριγύρω:

Φωτιά ωραία φωτιά μη λυπηθείς τα κούτσουρα
Φωτιά ωραία φωτιά μη φτάσεις ως τη στάχτη
Φωτιά ωραία φωτιά καίγε μας
λέγε μας τη ζωή.


Εμείς τη λέμε τη ζωή την πιάνουμε απ΄ τα χέρια
Κοιτάζουμε τα μάτια της που μας ξανακοιτάζουν
Κι αν είναι αυτό που μας μεθάει μαγνήτης το γνωρίζουμε
Κι αν είναι αυτό που μας πονάει κακό τόχουμε νιώσει
Εμείς τη λέμε τη ζωή, πηγαίνουμε μπροστά
Και χαιρετούμε τα πουλιά της που μισεύουνε.

Είμαστε από καλή γενιά.

Και τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου κυκλοφορεί Η Αμοργός, η πρώτη και μοναδική συλλογή του Νίκου Γκάτσου.

Η Αμοργός δεν αναφέρεται σε ένα πραγματικό νησί. Είναι ένας φανταστικός, παραδεισιακός τόπος, με στοιχεία από το χωριό και τα παιδικά χρόνια του ποιητή.

Το μεγάλο, σπονδυλωτό αυτό ποίημα αποτελείται από έξι μέρη, με διαφορετικό ύφος και χαρακτήρα το καθένα, που όλα μαζί συγκροτούν μια μουσική συμφωνία, μια φούγκα. Το ποίημα συμβολίζει την αναγέννηση που θα έρθει ύστερα από το θάνατο και τη δυστυχία που επικρατεί παντού. Τα τοπία του θανάτου εναλλάσσονται με εικόνες χαράς και έρωτα.

Όπως και τα ποιήματα του Εγγονόπουλου, η Αμοργός είναι ένα γνήσιο υπερρεαλιστικό ποίημα, πολύ μπροστά από την εποχή του, με έντονες όμως τις λαϊκές του ρίζες, όπως ο Μπολιβάρ. Γοητευτικό σαν παραμύθι και βαθιά αινιγματικό, το εκτεταμένο αυτό ποίημα σαγηνεύει με τη μουσικότητά του και την πρωτοτυπία των εικόνων του. Η Αμοργός θα αποτελέσει ένα σταθμό για τη νεοελληνική ποίηση, και θα την επηρεάσει βαθιά.

Αμοργός (αποσπάσματα)

Kακοί μάρτυρες ανθρώποισιν οφθαλμοί

και ώτα βαρβάρους ψυχάς εχόντων.
ηρακλειτοσ

Mε την πατρίδα τους δεμένη στα πανιά και τα κουπιά στον άνεμο κρεμασμένα
Oι ναυαγοί κοιμήθηκαν ήμεροι σαν αγρίμια νεκρά μέσα στων σφουγγαριών τα σεντόνια
Aλλά τα μάτια των φυκιών είναι στραμένα στη θάλασσα
Mήπως τους ξαναφέρει ο νοτιάς με τα φρεσκοβαμένα λατίνια
Kι ένας χαμένος ελέφαντας αξίζει πάντοτε πιο πολύ από δυο στήθια κοριτσιού που σαλεύουν
Mόνο ν? ανάψουνε στα βουνά οι στέγες των ερημοκκλησιών με το μεράκι του αποσπερίτη
Nα κυματίσουνε τα πουλιά στης λεμονιάς τα κατάρτια
Mε της καινούργιας περπατησιάς το σταθερό άσπρο φύσημα
Kαι τότε θά ?ρθουν αέρηδες σώματα κύκνων που μείνανε άσπιλοι τρυφεροί και ακίνητοι
Mες στους οδοστρωτήρες των μαγαζιών μέσα στων λαχανόκηπων τους κυκλώνες
Όταν τα μάτια των γυναικών γίναν κάρβουνα κι έσπασαν οι καρδιές των καστανάδων
Όταν ο θερισμός εσταμάτησε κι άρχισαν οι ελπίδες των γρύλων.

*

Tι να μου κάμει η σταλαγματιά που λάμπει στο μέτωπό σου;
Tο ξέρω πάνω στα χείλια σου έγραψε ο κεραυνός τ? όνομά του
Tο ξέρω μέσα στα μάτια σου έχτισε ένας αητός τη φωλιά του
Mα εδώ στην όχτη την υγρή μόνο ένας δρόμος υπάρχει
Mόνο ένας δρόμος απατηλός και πρέπει να τον περάσεις
Πρέπει στο αίμα να βουτηχτείς πριν ο καιρός σε προφτάσει
Kαι να διαβείς αντίπερα να ξαναβρείς τους συντρόφους σου
Άνθη πουλιά ελάφια
Nα βρεις μιαν άλλη θάλασσα μιαν άλλη απαλοσύνη
Nα πιάσεις από τα λουριά του Aχιλλέα τ? άλογα
Aντί να κάθεσαι βουβή τον ποταμό να μαλώνεις
Tον ποταμό να λιθοβολείς όπως η μάνα του Kίτσου.

*

Στου πικραμένου την αυλή το μάτι έχει στερέψει

Έχει παγώσει το μυαλό κι έχει η καρδιά πετρώσει

Κρέμονται σάρκες βατραχιών στα δόντια της αράχνης

Σκούζουν ακρίδες νηστικές σε βρυκολάκων πόδια.

Στου πικραμένου την αυλή βγαίνει χορτάρι μαύρο
Mόνο ένα βράδυ του Mαγιού πέρασε ένας αγέρας
Ένα περπάτημα ελαφρύ σα σκίρτημα του κάμπου
Ένα φιλί της θάλασσας της αφροστολισμένης.

Kι αν θα διψάσεις για νερό θα στίψουμε ένα σύννεφο
Kι αν θα πεινάσεις για ψωμί θα σφάξουμε ένα αηδόνι
Mόνο καρτέρει μια στιγμή ν? ανοίξει ο πικραπήγανος
N? αστράψει ο μαύρος ουρανός να λουλουδίσει ο φλόμος.

Μα είταν αγέρας κι έφυγε κορυδαλλός κι εχάθη
Eίταν του Mάη το πρόσωπο του φεγγαριού η ασπράδα
Ένα περπάτημα ελαφρύ σα σκίρτημα του κάμπου
Ένα φιλί της θάλασσας της αφροστολισμένης.

*

Ξύπνησε γάργαρο νερό από τη ρίζα του πεύκου να βρεις τα μάτια των σπουργιτιών και να τα ζωντανέψεις ποτίζοντας το χώμα με μυρωδιά βασιλικού και με σφυρίγματα σαύρας. Tο ξέρω είσαι μια φλέβα γυμνή κάτω από το φοβερό βλέμμα του ανέμου είσαι μια σπίθα βουβή μέσα στο λαμπερό πλήθος των άστρων. Δε σε προσέχει κανείς κανείς δε σταματά ν? ακούσει την ανάσα σου μα συ με το βαρύ σου περπάτημα μες στην αγέρωχη φύση θα φτάσεις μια μέρα στα φύλλα της βερυκοκιάς θ? ανέβεις στα λυγερά κορμιά των μικρών σπάρτων και θα κυλήσεις από τα μάτια μιας αγαπητικιάς σαν εφηβικό φεγγάρι. Yπάρχει μια πέτρα αθάνατη που κάποτε περαστικός ένας ανθρώπινος άγγελος έγραψε τ? όνομά του επάνω της κι ένα τραγούδι που δεν το ξέρει ακόμα κανείς ούτε τα πιο τρελά παιδιά ούτε τα πιο σοφά τ? αηδόνια. Eίναι κλεισμένη τώρα σε μια σπηλιά του βουνού Nτέβι μέσα στις λαγκαδιές και στα φαράγγια της πατρικής μου γης μα όταν ανοίξει κάποτε και τιναχτεί ενάντια στη φθορά και στο χρόνο αυτό το αγγελικό τραγούδι θα πάψει ξαφνικά η βροχή και θα στεγνώσουν οι λάσπες τα χιόνια θα λιώσουν στα βουνά θα κελαηδήσει ο άνεμος τα χελιδόνια θ? αναστηθούν οι λυγαριές θα ριγήσουν κι οι άνθρωποι με τα κρύα μάτια και τα χλωμά πρόσωπα όταν ακούσουν τις καμπάνες να χτυπάν μέσα στα ραγισμένα καμπαναριά μοναχές τους θα βρουν καπέλα γιορτινά να φορέσουν και φιόγκους φανταχτερούς να δέσουν στα παπούτσια τους. Γιατί τότε κανείς δε θ? αστειεύεται πια το αίμα των ρυακιών θα ξεχειλίσει τα ζώα θα κόψουν τα χαλινάρια τους στα παχνιά το χόρτο θα πρασινίσει στους στάβλους στα κεραμίδια θα πεταχτούν ολόχλωρες παπαρούνες και μάηδες και σ? όλα τα σταυροδρόμια θ? ανάψουν κόκκινες φωτιές τα μεσάνυχτα. Tότε θα ?ρθούν σιγά-σιγά τα φοβισμένα κορίτσια για να πετάξουν το τελευταίο τους ρούχο στη φωτιά κι ολόγυμνα θα χορέψουν τριγύρω της όπως την εποχή ακριβώς που είμασταν κι εμείς νέοι κι άνοιγε ένα παράθυρο την αυγή για να φυτρώσει στο στήθος τους ένα φλογάτο γαρύφαλο. Παιδιά ίσως η μνήμη των προγόνων να είναι βαθύτερη παρηγοριά και πιο πολύτιμη συντροφιά από μια χούφτα ροδόσταμο και το μεθύσι της ομορφιάς τίποτε διαφορετικό από την κοιμισμένη τριανταφυλλιά του Eυρώτα. Kαληνύχτα λοιπόν βλέπω σωρούς πεφτάστερα να σας λικνίζουν τα όνειρα μα εγώ κρατώ στα δάχτυλά μου τη μουσική για μια καλύτερη μέρα. Oι ταξιδιώτες των Iνδιών ξέρουνε περισσότερα να σας πουν απ? τους Bυζαντινούς χρονογράφους.

*

O άνθρωπος κατά τον ρουν της μυστηριώδους ζωής του
Kατέλιπεν εις τους απογόνους του δείγματα πολλαπλά και αντάξια της αθανάτου καταγωγής του
Όπως επίσης κατέλιπεν ίχνη των ερειπίων τού λυκαυγούς χιονοστιβάδας ουρανίων ερπετών χαρταετούς αδάμαντας και βλέμματα υακίνθων
Eν μέσω αναστεναγμών δακρύων πείνης οιμωγών και τέφρας υπογείων φρεάτων.

*


Xρόνια και χρόνια πάλεψα με το μελάνι και το σφυρί βασανισμένη καρδιά μου
Mε το χρυσάφι και τη φωτιά για να σου κάμω ένα κέντημα
Ένα ζουμπούλι πορτοκαλιάς
Mιαν ανθισμένη κυδωνιά να σε παρηγορήσω
Eγώ που κάποτε σ? άγγιξα με τα μάτια της πούλιας
Kαι με τη χαίτη του φεγγαριού σ? αγκάλιασα και χορέψαμε μες στους καλοκαιριάτικους κάμπους
Πάνω στη θερισμένη καλαμιά και φάγαμε μαζί το κομένο τριφύλλι
Mαύρη μεγάλη μοναξιά με τόσα βότσαλα τριγύρω στο λαιμό τόσα χρωματιστά πετράδια στα μαλλιά σου.

Είναι νομίζουμε ενδεικτικό για τον πραγματικό χαρακτήρα της ποίησης, ότι και τα τρία σημαντικά αυτά βιβλία που αποτέλεσαν ένα αξεπέραστο όριο και για τους ίδιους τους δημιουργούς τους, η Αμοργός οπωσδήποτε και πιθανόν και ο Μπολιβάρ, ενώ ο Ήλιος ο πρώτος καθιέρωσε στην ελληνική ποίηση την τοπιογραφία του Αιγαίου, γράφονται σε μια περίοδο τόσο έντονης κρίσης για τους δημιουργούς τους και τον κόσμο. Στο προτελευταίο, θριαμβικό μέρος της Αμοργού, ο ποιητής αναγγέλλει την αποφασιστικότητά του να φέρει μια καινούρια μέρα μετά το χάος που επικρατεί. Η κρίση δεν είναι το τέλος, αλλά μια καινούρια αρχή.

Μ. ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ: ΗΤΑΝ ΤΟΥ ΜΑΗ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ

Η Αμοργός και ο Μπολιβάρ πρωτοδιαβάζονται στο σπίτι του Ανδρέα Εμπειρίκου, στην οδό Γεωργίου Αινιάνος, το καινούριο καταφύγιο της παρέας, μαζί με την Ursa Minor του Τάκη Παπατσώνη, τα ποιήματα της Μάτσης Χατζηλαζάρου και άλλων πολλών:

Τάκης Παπατσώνης

URSA MINOR

Το πέτρινο έντομο (απόσπασμα)

Όλα στριφογυρίζουν γύρω

από την εστία της ζωής μας

όλα τους πάλλονται όλα τους δονούνται

γύρω από τη μαρμαρυγή της

είναι ώρες που μας φανερώνεται

ετούτος ο λίβας που μας σαρώνει

θραύεται η ορμή απάνω μας

χάδι του μελτεμιού

(?)

Μάτση Χατζηλαζάρου

Μάης, Ιούνης, Νοέμβρης

Τα λουλούδια των δέντρων είναι τα πουλιά.

Το σιγανό κελάηδισμα της θάλασσας είναι η πτώση

της βροχής στο τελευταίο τεμπέλικο κύμα του ακρογιαλιού.

Τη μυρουδιά του ήλιου τη χύνει το σφαγμένο πεπόνι.

Η ποίησή μας είναι η ζωή.

Οι τακτικές συγκεντρώσεις της Πέμπτης, που κρατήσανε σ? όλο το διάστημα της Κατοχής και ακόμη ?αλλά όχι με την ίδια ζωηρότητα? μετά την Απελευθέρωση, έμειναν ιστορικές. Αρχίσανε, όπως όλα τα πράγματα που δεν τα προσχεδιάζει κανείς, από δυο-τρεις φίλους, για να φτάσουν να συμπεριλάβουν, κατά το τέλος της Κατοχής, έναν ευρύτατο κύκλο απ? όλες τις γενιές κι απ? όλες τις παρατάξεις, όλους εκείνους που, ανεξάρτητα από ηλικία ή πολιτική τοποθέτηση, εννοούσαν, πριν απ? όλα, να μείνουν άνθρωποι ελεύθεροι με τη βαθύτερη και τη σωστή ερμηνεία του όρου.

Εκεί, στις δύο συνεχόμενες αίθουσες που η μια τους πλευρά ήταν σκεπασμένη ως επάνω με βιβλία και οι άλλες, με έργα του Yves Tanguy και του Max Ernst, στριμωγμένοι σε καναπέδες, πολλές φορές χάμου, πάνω σε μαξιλάρια, παρακολουθούσαμε τον οικοδεσπότη μας να διαβάζει με τη ζεστή, χαρακτηριστική φωνή του, που ήξερε τόσο καλά να παρακολουθεί και να χρωματίζει τις πιο παραμικρές διακυμάνσεις του κειμένου, όλα τα, καινούργια τότε, έργα του, τα «Γραπτά» πρώτα πρώτα και άλλα μεταγενέστερα.

Ανδρέας Εμπειρίκος

[Είπα την λέξη θάλασσα?]

Είπα την λέξη θάλασσα, και αμέσως λιώνουν μέσα μου οι θρόμβοι, όπως οι θρόμβοι αυτών που τραγουδάν και λένε: «Άσπρο πουλί τρεχαντήρι?». Άσπρο το κύμα, κάτασπρο τ? ορθόπλωρο καράβι, που πλέχει επάνω από τα βάραθρα του χρόνου, καθώς ο νους ανθρώπων εν εκστάσει διατελούντων. Άσπρο πουλί, τρεχαντήρι ?άσπρα φτερά μέσ? στη νύχτα, άσπρες φοράδες στον ήλιο, πώλοι γαλάζιοι τριετείς, που σκιρτούν μέσ? στο νου μου, με κοχλάζον το κόκκινο αίμα.

Το ηθικό μας ήταν ευτυχώς ακμαίο και το χιούμορ δεν έλειπε.

Οι συζητήσεις και οι συναντήσεις επεκτάθηκαν γρήγορα στο σπίτι του Νίκου Γκάτσου στην οδό Σπετσών 101, στην Κυψέλη, και στη Φωκίωνος Νέγρη:

Εκεί κάπου, λίγο μετά τα μεσάνυχτα, μπορούσες να συναντήσεις τον Νίκο Γκάτσο και να βολτάρεις μαζί του, συζητώντας για ποίηση, ως το πρωί.

Το τι μυριάδες τσιγάρα και καφέδες καταναλώθηκαν αργότερα, λίγο πιο πάνω, στο τέρμα της οδού Σπετσών όπου βρισκότανε το μικρό του σπίτι, το τι ολονυχτίες εξαντλητικές διαδέχονταν η μία την άλλη στα χρόνια της 4ης Αυγούστου ή της Γερμανικής Κατοχής ή του Εμφυλίου, με συνεχή ανεβοκατεβάσματα Σολωμών και Καβάφηδων, Βαλερύδων και Αλουάρδων, δεν περιγράφεται.

Και καταλήγει ο Ελύτης:

Ίσως, χωρίς το μπουλούκι εκείνο των ενθουσιώντων νέων, που το πάθος τους για τα ποιήματα, ωστόσο, το μετρούσανε στην πλάστιγγα των χρυσοχόων κι όχι καθόλου των πολιτικών σκοπιμοτήτων, το μοντέρνο ποιητικό κίνημα να μην είχε πάρει ποτέ τις προεκτάσεις που γνωρίζουμε και να μην είχε κρυφά συνδεθεί με τις υπόγειες φλέβες που διατρέχανε την παράδοση και που ανεβάζανε στην επιφάνεια εικόνες του ομαδικού υποσυνείδητου, μοραΐτικες, νησιώτικες, μακεδονικές, κάτι άγνωστο στους αλλοδαπούς συναδέλφους με τις ομοιόμορφες ?μόλις πέντε ή έξι αιώνων? μορφές πνευματικής κληρονομιάς που διαθέτανε.

Το 1946 και το 1947 ο Νίκος Γκάτσος δημοσιεύει δύο ακόμα ποιήματα, το «Ελεγείο» και «Ο Ιππότης και ο Θάνατος».

Το «Ελεγείο» είναι ένα λυρικό ποίημα γραμμένο για έναν πρόωρα χαμένο φίλο, έναν ομότεχνό του. Αν και δεν κατονομάζεται, είναι σίγουρο ότι αυτός είναι ο Γιώργος Σαραντάρης, στον οποίο θα αφιερώσει αργότερα ένα ποίημά του και ο Ελύτης:

Ελεγείο

Στη φωτιά του ματιού σου θα χαμογέλασε κάποτε ο Θεός
Θα ?κλείσε την καρδιά της η άνοιξη σα μιας αρχαίας ακρογιαλιάς μαργαριτάρι.
Τώρα καθώς κοιμάσαι λαμπερός
Στους παγωμένους κάμπους που οι αγράμπελες
Γίναν βαλσαμωμένα φτερά μαρμάρινα περιστέρια
Βουβά παιδιά της απαντοχής ?
Ήθελα να ?ρθεις μια βραδιά σα βουρκωμένο σύννεφο
Άχνη της πέτρας πάχνη της ελιάς
Γιατί στο αγνό σου μέτωπο
Κάποτε θα ?βλεπα κι εγώ
Το χιόνι των προβάτων και των κρίνων
Μα πέρασες απ' τη ζωή σαν ένα δάκρυ της θάλασσας
Σα λαμπηδόνα καλοκαιριού και στερνοβρόχι του Μάη
Κι ας ήσουν μια φορά κι εσύ ένα γεράνιο κύμα της
Ένα πικρό βότσαλο της
Ένα μικρό χελιδόνι της σ' ένα πανέρημο δάσος
Χωρίς καμπάνα τη χαραυγή χωρίς λυχνάρι το απόβραδο
Με τη ζεστή σου καρδιά γυρισμένη στα ξένα
Στα χαλασμένα δόντια της άλλης ακρογιαλιάς
Στα γκρεμισμένα νησιά της αγριοκερασιάς και της φώκιας.

«Ο ιππότης και ο θάνατος» είναι εμπνευσμένος από τη χαλκογραφία του Albrecht Durer «Ο Ιππότης, ο Θάνατος και ο Διάβολος», και αποτελεί μια διαμαρτυρία για τη γερμανική Κατοχή με τη μορφή ελεγείας. Το ποίημα παρουσιάζει ένα τοπίο θανάτου με μια σειρά εικόνες γεμάτες σκληρότητα, πάθος και βία. Τα άρματα του Γερμανού ιππότη που δίπλα του βάζει ο ποιητής «τα πικραμένα μάτια ενός παιδιού», στολίζονται με βασιλικό και δυόσμο, σύμβολα ειρήνης που ξορκίζουν τον πόλεμο:

Ο ιππότης και ο θάνατος (απόσπ.)

(1513)

D?rer zum Ged?chtnis

Καθώς σε βλέπω ακίνητο
Με του Ακρίτα τ? άλογο και το κοντάρι του Αη-Γιωργιού να ταξιδεύεις στα χρόνια
Μπορώ να βάλω κοντά σου
Σ? αυτές τις σκοτεινές μορφές πού θα σε παραστέκουν αιώνια
Ώσπου μια μέρα να σβηστείς κι εσύ παντοτεινά μαζί τους
Ώσπου να γίνεις πάλι μια φωτιά μες στη μεγάλη Τύχη που σε γέννησε
Μπορώ να βάλω κοντά σου
Μια νεραντζιά στου φεγγαριού τους χιονισμένους κάμπους
Και το μαγνάδι μιας βραδιάς να ξεδιπλώσω μπροστά σου
Με τον Aντάρη κόκκινο να τραγουδάει τα νιάτα
Με το Ποτάμι τ? Ουρανού να χύνεται στον Αύγουστο
Και με τ? Αστέρι του Βοριά να κλαίει και να παγώνει ?
Μπορώ να βάλω λιβάδια
Νερά που κάποτε πότισαν τα κρίνα της Γερμανίας
Κι αυτά τα σίδερα που φορείς μπορώ να σου τα στολίσω
Μ? ένα κλωνί βασιλικό κι ένα ματσάκι δυόσμο
Με του Πλαπούτα τ? άρματα και του Νικηταρά τις πάλες.
Μα εγώ που είδα τους απογόνους σου σαν πουλιά
Να σκίζουν μιαν ανοιξιάτικη αυγή τον ουρανό της πατρίδας μου
Κι είδα τα κυπαρίσσια του Μοριά να σωπαίνουν
Εκεί στον κάμπο του Αναπλιού

Μπροστά στην πρόθυμη αγκαλιά του πληγωμένου πελάγου
Όπου οι αιώνες πάλευαν με τους σταυρούς της παλληκαριάς
Θα βάλω τώρα κοντά σου
Τα πικραμένα μάτια ενός παιδιού
Και τα κλεισμένα βλέφαρα
Μέσα στη λάσπη και το αίμα της Ολλανδίας.

Στη συνέχεια, ο Γκάτσος αποσύρεται σχεδόν οριστικά από την ποίηση.

Ίσως, όπως λένε πολλοί, η Αμοργός ήταν τόσο σπουδαίο ποίημα, που ο δημιουργός του φοβήθηκε να γράψει κάτι, όχι ισάξιό του, μετά απ? αυτό. Ίσως πάλι τον απογοήτευσε η σκληρή επίθεση που δέχτηκε η συλλογή από την κριτική της εποχής του, που δεν ήταν ακόμα σε θέση να την αναγνωρίσει.

Ο Γκάτσος στρέφεται πια σε άλλους καλλιτεχνικούς τομείς όπου θα διαπρέψει και θα γίνει πλατιά γνωστός, τη μετάφραση και τη στιχουργική, και θα διοχετεύσει σ? αυτές το πλούσιο ποιητικό του τάλαντο.

Τη μετάφραση εξασκεί στην αρχή με αφορμή την ενασχόλησή του στην Αγγλοελληνική Επιθεώρηση που εξέδιδε ο Γιώργος Κατσίμπαλης, και στη συνέχεια στο Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας (ΕΙΡ), όπου παρέμεινε ως το 1962, ως μεταφραστής, διασκευαστής θεατρικών έργων και ραδιοσκηνοθέτης (κάνοντας παράλληλα παρουσιάσεις για την ελληνική και την ευρωπαϊκή ποίηση). Ο Γκάτσος θα κάνει δεκαοκτώ συνολικά μεταφράσεις έργων για το ΕΙΡ, πάνω σε έργα του Λόρκα, του Τενεσσή Ουίλιαμς, του Λόπε ντε Βέγκα, του Ίψεν και άλλων και θα εμπλουτίσει, ως το τέλος της δεκαετίας του ?60, την ελληνική δραματουργία με υποδειγματικές μεταφράσεις θεατρικών έργων: το «Λίβινγκ Ρουμ» του Γκράχαμ Γκρην», το «Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι» του Τενεσσή Ουίλιαμς, «Ο Περλιμπίν και η Μπελίσα» και «Το Σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα» του Λόρκα, την «Ευρυδίκη» του Ανούιγ, το «Ταξίδι της μακριάς μέρας μέσα στη νύχτα» του Ευγένιου Ο?Νηλ και πολλές άλλες που θα ανεβούν στην αρχή στο «Θέατρο Τέχνης» του Κάρολου Κουν και στη συνέχεια σε πολλές άλλες θεατρικές σκηνές.

Το πρώτο θεατρικό έργο που μετάφρασε ήταν ο «Ματωμένος Γάμος» του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, που του είχε φέρει σε ένα από τα ταξίδια του ο ποιητής και καπετάνιος Δημήτρης Αντωνίου. Ο Γκάτσος έμαθε μάλιστα ισπανικά αποκλειστικά για να μεταφράσει το βιβλίο.

Το 1948 «Ο Ματωμένος Γάμος», σε μουσική του Μάνου Χατζιδάκι, θα ανέβει από το «Θέατρο Τέχνης» του Κάρολου Κουν με πρωταγωνίστρια τη Μελίνα Μερκούρη.

Μ. ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ: ΗΤΑΝ ΚΑΜΑΡΙ ΤΗΣ ΑΥΓΗΣ

Ο Κάρολος Κουν πρωτάκουσε το Γκάτσο να διαβάζει το κείμενο στο πατάρι του «Λουμίδη», όπου πρωτοσχεδίασε τη μουσική για το έργο και ο Χατζιδάκις.

Στο ίδιο αυτό πατάρι του «Λουμίδη» είχε γίνει και η πρώτη γνωριμία του Γκάτσου με τον δεκαεπτάχρονο τότε Μάνο Χατζιδάκι, που επηρέασε σημαντικά τη στροφή του στο τραγούδι:

Μέσα σ? αυτό το νταβατούρι, αφηγείται πάλι ο Ελύτης, μια μέρα μας έπεσε, θυμάμαι, από τον ουρανό ένα νούμερο που δεν το περιμέναμε. Ήταν ένας νέος λεπτός, με κοντό σγουρό μαλλί και μεγάλα μαύρα μάτια, που, φυσικά, έγραφε κι εκείνος στίχους ελεύθερους, όταν όμως είδε ότι τα χειρόγραφά του δεν προξενήσανε την εντύπωση που προσδοκούσε, το γύρισε αμέσως αλλού. Ήτανε, λέει, και μουσικός. Μουσικός; Απορήσαμε όλοι μας. Δηλαδή τι μουσικός; Βιολιστής; Πιανίστας; Όχι, όχι, μας εξήγησε. Ήταν συνθέτης. Ε, αυτό δεν το περιμέναμε. Υπήρχε λοιπόν στην Ελλάδα ένα τέτοιο είδος; Είδηση δεν είχαμε. Ο τελευταίος συνθέτης που ξέραμε ήταν ο Μανόλης Καλομοίρης. Ύστερα τι σχέση μπορούσε να έχει η μουσική με τη μοντέρνα ποίηση; Μεγάλη, μας αποκρίθηκε. Απόδειξη ότι είχε κάνει μουσική για την «Αμοργό» και για τις «Παραλλαγές πάνω σε μιαν αχτίδα» [του Ελύτη].

(?) Κοιτάξαμε το νεαρό συνομιλητή μας με δυσπιστία. Επιτέλους, αν έλεγε αλήθεια, δεν είχε παρά να μας το αποδείξει. Τον οδηγήσαμε αμέσως στο σπίτι του Βαλαωρίτη, κι εκεί ο Μάνος Χατζιδάκις ?αυτός ήταν ο νέος συνθέτης? κάθισε στο πιάνο. Δεν έχει πια καμιά σημασία τι μας έπαιξε εκείνο το απομεσήμερο. Όπως εξομολογήθηκε ο ίδιος αργότερα, δεν υπήρχε τίποτε συγκεκριμένο στο νου του, απλώς αυτοσχεδίασε. Το αθώο ψέμα που μεταχειρίστηκε για να μας πλησιάσει και να κινήσει το ενδιαφέρον μας δεν τον εμπόδισε καθόλου, φτάνει που βρέθηκαν τα δάχτυλά του επάνω στα πλήκτρα, για να το ανατρέψει και να το κάνει μια μαγική αλήθεια.

Αργότερα ο Χατζιδάκις θα μελοποιήσει πραγματικά, και με μεγάλη μάλιστα επιτυχία, αποσπάσματα και στη συνέχεια ολόκληρη την Αμοργό, και ποιήματα από τον Ήλιο τον πρώτο και άλλες συλλογές του Οδυσσέα Ελύτη, αλλά και πολλών άλλων μεγάλων Ελλήνων ποιητών.

Ο Γκάτσος συνεργάζεται για πρώτη φορά με το Χατζιδάκι στο τραγούδι «Χάρτινο το φεγγαράκι», που ακούστηκε στην παράσταση του έργου «Λεωφορείον ο Πόθος» του Τενεσσή Ουίλλιαμς στο Θέατρο Τέχνης.

Μ. ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ: ΧΑΡΤΙΝΟ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΑΚΙ

Έτσι ξεκινάει μια μακριά και γόνιμη συνεργασία, που θα χαρίσει στο Γκάτσο την πλατιά αναγνώριση που δεν του χάρισε η Αμοργός, και θα τροφοδοτήσει το ελληνικό τραγούδι για πάρα πολλά χρόνια.

«Στον Γκάτσο οφείλω τον λόγο υπάρξεως του τραγουδιού μου, εκτός από τον λόγο μέσα στο τραγούδι», λέει ο Μάνος Χατζιδάκις, που δηλώνει μαθητής του.

Στη δεκαετία του ?60 ο Γκάτσος αρχίζει να συνεργάζεται και με άλλους έλληνες συνθέτες. Ως το τέλος της ζωής του θα συνεργαστεί με τα μεγαλύτερα ονόματα της ελληνικής μουσικής ? το Μίκη Θεοδωράκη, το Σταύρο Ξαρχάκο, το Γάννη Μαρκόπουλο, το Μάνο Λοΐζο, το Δήμο Μούτση, το Λουκιανό Κηλαηδόνη, το Γιώργο Χατζηνάσιο και άλλους, χαρίζοντάς μας ένα πλήθος αξέχαστα τραγούδια που άλλαξαν για πάντα το ελληνικό τραγούδι και έκαναν τη μοντέρνα ποίηση προσιτή στο ευρύ κοινό.

«Πρέπει να μετράμε το ελληνικό τραγούδι προ Γκάτσου και μετά το Γκάτσο», λέει ο Σταύρος Ξαρχάκος, αναγνωρίζοντας την προσφορά του.

Το 1960 κυκλοφορεί η πρώτη συνεργασία του Γκάτσου με το Μίκη Θεοδωράκη, η «Μυρτιά».

Στα τραγούδια του ξαναβρίσκουμε επεξεργασμένα, με απλούστερο λεξιλόγιο και εικονοπλασία, πολλά από τα θέματα της Αμοργού: τη σχέση με το χρόνο, την απουσία, την αποχωρισμό, τον έρωτα, μαζί με μια βαθιά τρυφερότητα και ανθρωπιά που αποτελούν το ιδιαίτερο στίγμα τους, όπως στο τραγούδι «Σε πότισα ροδόσταμο», πάλι σε μουσική του Θεοδωράκη.

Μ. ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ: ΣΕ ΠΟΤΙΣΑ ΡΟΔΟΣΤΑΜΟ

Το 1963 θα συνεργαστεί πάλι με το Μάνο Χατζιδάκι για τα τραγούδια της ταινίας του Ελία Καζάν «Αμέρικα Αμέρικα», που κυκλοφόρησαν και σε δίσκο με τον ομώνυμο τίτλο.

Απ? αυτά ακούμε ένα από τα γνωστότερα τραγούδια του, «Τ? αστέρι του βοριά», που φέρνει τόσο έντονα στο νου την αρχή της Αμοργού.

Μ. ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ: Τ? ΑΣΤΕΡΙ ΤΟΥ ΒΟΡΙΑ

Το επόμενο τραγούδι από τον ίδιο δίσκο που θ? ακούσουμε από τη χορωδία, «Μια Παναγιά», που το ξεχώριζε και ο Ελύτης, εκφράζει απέναντι στον έρωτα την ίδια λατρευτική στάση που κλείνει τη μνημειώδη σύνθεση της Αμοργού:

Μ. ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ: ΜΙΑ ΠΑΝΑΓΙΑ

Το 1963 είναι η χρονιά που ο Γκάτσος θα διακόψει την ποιητική του σιωπή και θα δημοσιεύσει το «Τραγούδι του παλιού καιρού», αφιερωμένο στο φίλο του Γιώργο Σεφέρη, που μόλις είχε πάρει το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Το ποίημα είναι μια «λυρική βιογραφία» του Σεφέρη, με στοιχεία από τα σημαντικότερα ποιήματά του.

Αυτό είναι και το τελευταίο ποίημα που δημοσίευσε ο Γκάτσος.

Τραγούδι του παλιού καιρού

Για τον Γιώργο Σεφέρη

Αλλάζουν οι καιροί περνάν τα χρόνια
του κόσμου το ποτάμι είναι θολό
μα εγώ θα βγω στου ονείρου τα μπαλκόνια
για να σε ιδώ σκυμμένο στον πηλό
καράβια να κεντάς και χελιδόνια.

Το πέλαγο πικρό κι η γη μας λίγη
και το νερό στα σύννεφα ακριβό
το κυπαρίσσι η γύμνια το τυλίγει
το χόρτο καίει τη στάχτη του βουβό
κι ατέλειωτο του ήλιου το κυνήγι.

Κι ήρθες εσύ και σκάλισες μια κρήνη
για τον παλιό του πόντου ναυαγό
που χάθηκε μα η μνήμη του έχει μείνει
κοχύλι λαμπερό στην Αμοργό
και βότσαλο αρμυρό στη Σαντορίνη.

Κι απ? τη δροσιά που σάλεψε στη φτέρη
πήρα κι εγώ το δάκρυ μιας ροδιάς
για να μπορώ σε τούτο το δεφτέρι
καημούς να συλλαβίζω της καρδιάς
με του παραμυθιού το πρώτο αστέρι.

Μα τώρα που η Μεγάλη φτάνει Τρίτη
κι Ανάσταση θ? αργήσει να φανεί
θέλω να πας στη Μάνη και στην Κρήτη
με συντροφιά σου εκεί παντοτινή
το λύκο τον αητό και τον αστρίτη.

Κι άμα θα ιδείς κρυφά στο μέτωπό σου,
να λάμπει μ? απαλή μαρμαρυγή
τ? αλλοτινό πεφτάστερο σηκώσου
να ζωντανέψεις πάλι μια πηγή
που καρτερεί στο βράχο το δικό σου.

???????????????

Αλλάζουν οι καιροί περνάν τα χρόνια
του κόσμου το ποτάμι είναι θολό
μα εγώ θα βγω στου ονείρου τα μπαλκόνια
για να σε ιδώ σκυμμένο στον πηλό
καράβια να κεντάς και χελιδόνια.

Το 1965 ο Νίκος Γκάτσος συνεργάζεται με τα δύο ιερά τέρατα της ελληνικής μουσικής, το Μάνο Χατζιδάκι και το Μίκη Θεοδωράκη στο σημαντικότερο για τον ίδιο αλλά και τους περισσότερους έργο στη μελοποιημένη ποίησή του, τη «Μυθολογία». Όπως λέει και ο τίτλος του δίσκου, κάθε τραγούδι αφηγείται ένα ξεχωριστό μύθο, μια ιστορία.

Από κει θ? ακούσουμε «Το Αερικό», και στη συνέχεια το τραγούδι «Ο Ιρλανδός και ο Ιουδαίος» από τη χορωδία:

Μ. ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ: ΑΕΡΙΚΟ,

Ο ΙΡΛΑΝΔΟΣ ΚΙ Ο ΙΟΥΔΑΙΟΣ

Το 1966 κυκλοφορεί η πρώτη συνεργασία του με το Σταύρο Ξαρχάκο, ο δίσκος «Ένα μεσημέρι», και το 1969 κυκλοφορούν οι δυο τους το διπλό δίσκο με το μεταφρασμένο έργο του Λόρκα «Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσιεθ Μεχίας».

Οι στίχοι τυπώνονται στο ένθετο του δίσκου, όπως θα γίνεται στο εξής με όλους τους δίσκους στους οποίους συνεργάζεται ο Γκάτσος.

Πρέπει να σημειώσουμε εδώ ότι ο Γκάτσος προτιμούσε να γράφει τους στίχους πάνω σε δοσμένα μουσικά θέματα παρά το αντίθετο, γιατί, όπως έλεγε χαρακτηριστικά, η μελοποίηση προδίδει το στίχο, ενώ οι στίχοι του μετέφραζαν επιτυχέστερα τη μουσική.

Το 1968 κυκλοφορεί ο δίσκος «Κάποιο Καλοκαίρι» με το Δήμο Μούτση, ενώ συνεχίζεται η συνεργασία του με το Σταύρο Ξαρχάκο, με τον οποίο θα γράψει αργότερα, το 1972, το τραγούδι «Γεια σου χαρά σου Βενετιά» που θα γίνει γνωστό με τη φωνή του Νίκου Ξυλούρη».

ΣΤ. ΞΑΡΧΑΚΟΣ: ΓΕΙΑ ΣΟΥ ΧΑΡΑ ΣΟΥ ΒΕΝΕΤΙΑ

Τη χρονιά της μεταπολίτευσης, το 1974, κυκλοφορεί σε μουσική και πάλι του Ξαρχάκου ο δίσκος «Νυν και αεί», που θα αποτελέσει μια τομή στο μελοποιημένο έργο του Γκάτσου: ο ποιητής στρέφεται σε εικόνες της καθημερινότητας, σε προβλήματα κοινωνικά και αναζητήσεις πολιτικές. Η στροφή αυτή επιβεβαιώνεται δυο χρόνια αργότερα (1976) με την Αθανασία και τα Παράλογα του Χατζιδάκι.

Από το δίσκο «Αθανασία», σε μουσική Χατζιδάκι, θα ακούσουμε το ομώνυμο τραγούδι.

Μ. ΧΑΤΖΙΔΑΚΗΣ: ΑΘΑΝΑΣΙΑ

Το 1978 είναι μια δύσκολη χρονιά για το Νίκο Γκάτσο: αναγκάζεται να εγκαταλείψει το σπίτι στην οδό Σπετσών, που αποτέλεσε σημείο αναφοράς για την πνευματική ζωή του τόπου για κοντά πενήντα χρόνια, και να μετακομίσει σε ένα διαμέρισμα κοντά στην Πλατεία Κυψέλης.

Από το 1979 το GB Corner, στη Μεγάλη Βρετανία, γίνεται το καινούριο στέκι του Γκάτσου, με το Χατζιδάκι αυτή τη φορά. Οι παλιότεροι θυμούνται τη βιβλική του φιγούρα, καθισμένη σ? ένα τραπέζι στο βάθος, όπου η πρόσκληση θεωρούνταν αναγνώριση και προνόμιο.

Στα κατάλοιπά του, μετά το θάνατό του, βρέθηκαν ολοκληρωμένα ποιήματα και σχέδια ποιημάτων που δημοσιεύθηκαν το 1994, με τον τίτλο «Δάνεισε τα μετάξια στον άνεμο».

Απ? αυτά θ? ακούσουμε ένα ποίημα, πιθανόν αυτής της περιόδου:

[Είναι βαθύ το ποτάμι]

Είναι βαθύ το ποτάμι, και δε μπορώ.

Την άνοιξη στην πατρίδα μου φυτρώναν οι μαργαρίτες

Σαν ήρεμοι στοχασμοί θεών πάνου στο μέτωπο της γης.

Το χιόνι πέρα στα βουνά συλλογιζόταν μετέωρο

Σαν το λιωμένο κρύσταλλο στη φλέβα ενός ονείρου

Μην ξαίροντας πού να κρύψει τη γύμνια του,

Κι από τους κάμπους ανάδευε το πράσινο καλοκαίρι

Να βρει ένα δέντρο, μια φωλιά, ένα παιδί να μιλήσει.

Στο μεταξύ, η κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα απογοητεύει όλο και περισσότερο τον ποιητή, που γίνεται όλο και πιο αυστηρός στην κριτική του, πιο αιχμηρός και σατιρικός. Πολλά από τα τραγούδια που θα γράψει από το 1976 ως το τέλος της ζωής του, «Ο Γιάννης ο φονιάς», «Ο Σαμ, ο Τζόνυ κι ο Ιβάν», «Ο εφιάλτης της Περσεφόνης», «Η Μάγδα», «Ελλαδογραφία», «Ελλάδα Ελλάδα», «Γύφτισσα Μαϊμού», «Το δίχτυ», τα πιο γνωστά ίσως απ? αυτά, περιλαμβάνουν μερικούς από τους σκληρότερους στίχους του Γκάτσου, ο οποίος περνά πια στην περίοδο των «προδομένων ελπίδων».

Το 1989 αρχίζουν τα προβλήματα με την υγεία του: παθαίνει το πρώτο έμφραγμα και, αναγκασμένος να αφήσει και το καινούριο διαμέρισμα στην Κυψέλη, αποφασίζει να μετακομίσει στην Κηφισιά όπου ελπίζει πως θα βρει και ένα ευνοϊκότερο περιβάλλον για την υγεία του.

Το 1991 κυκλοφορεί ο τελευταίος δίσκος στον οποίο συνεργάστηκε ο Γκάτσος, «Τα κατά Ματθαίον», σε μουσική του Στ. Ξαρχάκου: απ? αυτόν ακούμε τη μνημειακή «Χοντρομπαλού», ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του «πολιτικού» Γκάτσου:

ΣΤ. ΞΑΡΧΑΚΟΣ: ΧΟΝΤΡΟΜΠΑΛΟΥ

Το 1991 ο Γκάτσος γράφει και το τελευταίο του τραγούδι σε μουσική, όπως και το πρώτο, του Μάνου Χατζιδάκι.

Έχει το συμβολικό τίτλο «Το ταξίδι».

Ο Νίκος Γκάτσος πέθανε σε νοσοκομείο της Αθήνας στις 12 Μαΐου 1992 και τάφηκε στη γενέτειρά του, την Ασέα Αρκαδίας.

Μ. ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ: ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ

Ξένη Σκαρτσή

 

Click for Αθήνα, Ελλάδα Forecast